Θα μπορούσαμε να φανταστούμε τη ζωή μας χωρίς χρώματα ; Το μεγαλείο της δημιουργίας μας δίνει καθημερινά τη δυνατότητα να θαυμάσουμε την ποικιλία των χρωμάτων στη φύση . Μοναδικός είναι ακόμη και ο μηχανισμός με τον οποίο φτιάχθηκε ο άνθρωπος για να αντιλαμβάνεται αυτή την ομορφιά, προς τέρψη των αισθήσεων του.
Από παλιά ο άνθρωπος, προσπάθησε να μιμηθεί τη φύση και να χρωματίσει την καθημερινότητα του. Και τα κατάφερε με επιτυχία. Αφού χρησιμοποίησε την ίδια τη φύση για το σκοπό αυτό. Και στα τελευταία 100 περίπου χρόνια κατάφερε και να ερμηνεύσει με επιτυχία τη φύση των χρωμάτων αλλά και να πετύχει χρωματισμούς μοναδικούς και σε ομορφιά αλλά και σε ανθεκτικότητα.
Το κείμενο που ακολουθεί δίνει ορισμένα πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία για το τρόπο που οι αρχαίοι 'Ελληνες ασχολήθηκαν για τη χρήση και την ερμηνεία των χρωμάτων.

Οὐρανὸς θάλασσα δάσος χιόνι αἷμα φωτιὰ καπνιὰ στάχτη ῥόδο κρόκος ἴον θειάφι χρυσὸς ἄργυρος χαλκὸς ἦταν γιὰ τὸν προϊστορικὸ ἄνθρωπο τὰ δεκαπέντε φυσικὰ ὑποδείγματα γιὰ τὰ δεκατρία κυριώτερα χρώματα, λευκὸ μαῦρο ἀσημὶ σταχτὶ κόκκινο ῥόδινο (ῥὸζ) κίτρινο κρόκινο (πορτοκαλὶ) πύρινο πράσινο γαλάζιο οὐρανὶ ἰῶδες (μενεξεδένιο). ἡ δὲ ἶρις σὲ καλοκαιρινὸ ἀπόβροχο καὶ τ̉ ἀνθισμένο λιβάδι τὴν ἄνοιξι τοῦ ἦταν δυὸ ἀξιόλογα δειγματολόγια χρωμάτων. δὲν τοῦ ἦταν ὅμως ὅλ̉ αὐτὰ τὰ δείγματα καὶ πηγὲς τῆς ἀντίστοιχης χρωστικῆς οὐσίας˙ δὲν βάφει κανεὶς γαλάζιο μὲ θαλασσινὸ νερὸ οὔτε λευκὸ μὲ χιόνια. τρία μόλις ἀπὸ τὰ παραπάνω ὑποδείγματα εἶναι πηγὲς καὶ προμηθευταὶ καὶ χρωστικῶν οὐσιῶν ἀντιστοίχων, καπνιὰ κρόκος αἷμα˙ καὶ τὰ δυὸ ἀπ̉ αὐτά, ὁ κρόκος καὶ τὸ αἷμα, μόνο μετὰ ἀπὸ πολύπλοκη καὶ κοπιαστικὴ ἐξεργασία. παρ̉ ὅλο δὲ ποὺ οἱ ἀρχαῖοι ἔβλεπαν στὴ φύσι τὰ χρώματα ζωηρά, σπανίως εἶχαν τὴν εὐκαιρία νὰ ἐπιτύχουν κι αὐτοὶ στὴν τέχνη τῆς χρώσεως τὴ ζωηρότητά τους, καὶ τὴν ἐπιτύχαιναν πολὺ δύσκολα.
2 Ἡ φύσι τῶν χρωμάτων ἀπασχόλησε δυὸ μεγάλους ἀρχαίους Ἕλληνες ἐπιστήμονες, τὸν Ἀριστοτέλη (384 - 322 π.Χ.) καὶ τὸν Ἀρίσταρχο τὸ Σάμιο (285 - 215), ποὺ ἀνακάλυψε κι ὅτι τὸ πλανητικὸ σύστημα εἶναι ἡλιοκεντρικό. ὁ Ἀριστοτέλης κατάλαβε ὅτι ὑπάρχει στὴ φύσι χρωματικὴ κλίμακα (στὴ μικρὴ διατριβή του Περὶ χρωμάτων), ὁ δὲ Ἀρίσταρχος ὅτι τὰ χρώματα στὸ ἀπόλυτο σκοτάδι δὲν ὑπάρχουν, ὅτι δηλαδὴ εἶναι τὸ ἴδιο τὸ φῶς ἀναλυμένο ἀνάλογα μὲ τὸ σῶμα στὸ ὁποῖο προσπίπτει¹. χρειάστηκαν δυὸ χιλιετίες καὶ περισσότερο, γιὰ ν̉ ἀναλυθῇ τὸ φῶς, ν̉ ἀνακαλυφθῇ ὅτι ἡ ἶρις(οὐράνιο τόξο) δὲν εἶναι παρὰ μιὰ ἀνάλυσί του στὴ φύσι, καὶ νὰ προσδιοριστοῦν τὰ κύματα τῆς ἀκτινοβολίας του, τὰ μήκη τους, καὶ ὅτι τὰ διάφορα μήκη ὀφείλονται στὰ διάφορα στοιχεῖα τῆς ὕλης ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἐκπέμπονται, ὅταν τὰ στοιχεῖα εἶναι πυρακτωμένα ἢ καὶ τηγμένα ἢ κι ἐξαεριωμένα καὶ ἀκτινοβολοῦν.
3 Ἕνα ἄλλο ζήτημα, ποὺ ἀπασχόλησε τὸν Ἀριστοτέλη τόσο στὴν προειρημένη διατριβή του εἰδικῶς ὅσο καὶ σ̉ ἄλλα ἔργα του παρεμπιπτόντως, εἶναι ἡ χρῶσι˙ τὸ πῶς, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ σώματα ποὺ ἔχουν τὸ χρῶμα τους φυσικὸ ὅπως λ.χ. ὁ χρυσὸς ὁ χαλκὸς τὸ θεῖον, ἄλλα σώματα προσλαμβάνουν ἐκ τῶν ὑστέρων χρῶμα ἀπὸ διάφορες οὐσίες μὲ τὶς ὁποῖες χρίονται ἢ μέσα στὶς ὁποῖεςἐμβαπτίζονται, ἢ καὶ τὸ πῶς ἀποχρωματίζονται. ἀντιλαμβάνεται ὅτι αὐτὰ γίνονται μὲ κάποια δρᾶσι μόνο χημικὴ ἢ μηχανική, ἀλλὰ δὲν μπορεῖ νὰ τὸ προσδιορίσῃ ἀκριβέστερα. ὁπωσδήποτε ὅμως ἔχει καταλάβει ὅτι σώματα, ποὺ ἔχουν ἕνα χρῶμα φύσει, ὅπως λ.χ. τὸ (σιδηροῦχο) αἷμα, διεισδύουν κι ἐπικάθονται στοὺς πόρους καὶ στὴν ἐπιφάνεια τοῦ σώματος ποὺ χρωματίζεται. τὸν ἀπασχόλησε ἐπίσης καὶ τὸ ποιές δυὸ ἢ περισσότερες χρωστικὲς οὐσίες, ἂν ἀναμιχθοῦν σὲ διάφορες ἀναλογίες, ποιά χρώματα δίνουν ὡς συνδυασμός. στὸ μέρος αὐτὸ μπερδεύεται βέβαια μεταξὺ θεωρητικῆς φυσικῆς καὶ πρακτικῆς χημείας, καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ξεχωρίσῃ ὅτι ἄλλο εἶναι ἡ φύσι τοῦ χρώματος —τὸ ἀκτινοβολούμενο κῦμα χρώματος ὅπως θὰ λέγαμε σήμερα— καὶ ἄλλο ἡ βαφὴ λευκοῦ μαλλιοῦ μὲ κόκκινη πορφύρα καὶ ἡ ἀνάμιξι χρωστικῶν οὐσιῶν, ἀπὸ τὴν ὁποία προκύπτει ἄλλο χρῶμα. ἀντιλαμβάνεται ὅτι ἄλλοτε γίνεται ἔτσι κι ἄλλοτε ἔτσι, ἀλλὰ δὲν μπορεῖ νὰ ταξινομήσῃ τὶς περιπτώσεις μ̉ ἕνα φυσικὸ κριτήριο καὶ νὰ διακρίνῃ τὸ φύσει καὶ τὸ τέχνῃ.
4 Δὲν ἔπιασαν ἐπίσης οἱ ἀρχαῖοι ὅτι τὸ μαῦρο (μέλαν) δὲν εἶναι χρῶμα, ἀλλ̉ ἀπουσία χρώματος, προφανῶς ἐπειδὴ τοὺς μπέρδευε τὸ γεγονὸς ὅτι ἕνα ἀντικείμενο τὸ βάφουμε μαῦρο πάλι μὲ ἐπάλειψι μὲ κάποια μαύρη οὐσία ὅπως ἡ καπνιά, σὰ νὰ βάφαμε τὸ σῶμα αὐτὸ κόκκινο μὲ αἷμα˙ ἀκριβῶς δηλαδὴ ἐπειδὴ δὲν μπόρεσαν νὰ ξεχωρίσουν τὴ φυσικὴ πηγὴ τοῦ χρώματος, τὸ ἀκτινοβόλο πυρακτωμένο στοιχεῖο τῆς ὕλης, ἀπὸ τὴ ΄΄μαγειρεμένη μπογιὰ΄΄ ποὺ ἀλείφεται πάνω σ̉ ἕνα ἀντικείμενο καὶ τὸ χρωματίζει, ἢ τὴν ἀνάμιξι δυὸ χρωστικῶν οὐσιῶν ἀπὸ τὴν ὁποία προκύπτει ὡς μῖγμα μιὰ ἄλλη ΄΄μαγειρεμένη χρωστικὴ οὐσία΄΄. κάποιοι ἁπλοϊκώτεροι ἐπίσης συγχέουν τὸ λευκὸ μὲ τὸ ἄχρωμο.
5 Γόνιμη ἀρχὴ γιὰ τὴ λύσι τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἔκανε βέβαια ὁ Ἀρίσταρχος μὲ τὴ μεγαλοφυῆ σύλληψί του ὅτι στὸ ἀπόλυτο σκοτάδι τὰ χρώματα δὲν ὑπάρχουν, ἀλλ̉ ἡ σχετικὴ ἔρευνα ἀνακόπηκε ἤδη τὸν Γ΄ π.Χ. αἰῶνα, γιὰ νὰ συνεχιστῇ μετὰ δυὸ χιλιετίες καὶ πλέον στὴ μετατυπογραφικὴ Δυτικὴ Εὐρώπη καὶ στὴν Ἀμερική, ἐπειδὴ οἱ ἄλλοι ἀρχαῖοι Ἕλληνες τὸν περιφρόνησαν καὶ τὸν χλεύασαν, ἀκόμη καὶ τὸν ἀπείλησαν —ὁ φιλόσοφος Κλεάνθης εἰσηγήθηκε καὶ τὴ θανατική του ἐκτέλεσι—, ὅπως ἔκαναν καὶ γιὰ τὴν ἄλλη ἀνακάλυψί του, τὸ ἡλιοκεντρικό, καὶ ὄχι γεωκεντρικό, πλανητικὸ σύστημα. τὸν φθόνησε καὶ τὸν χλεύασε ἀκόμη κι ὁ συμφοιτητής του ὁ μεγάλος Ἀρχιμήδης². οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ἦταν πολὺ αὐτοκαταστροφικοί, ὅταν ἀναφλεγόταν ὁ φθόνος των˙ ὄχι μόνο στὴν πολιτικὴ ἀλλὰ καὶ στὴν ἐπιστήμη. οἱ δὲ κομπλεξικοὶ φιλόσοφοι ἦταν στὴ διαδικασία αὐτὴ σκέτες γάγγραινες.
6 Ἀνάμεσα στὸν Ἀριστοτέλη καὶ στὸν Ἀρίσταρχο κι ὁ μαθητὴς τοῦ Ἀριστοτέλους Θεόφραστος ἔγραψε διατριβὴ Περὶ χρωμάτων.καὶ τοὺς δυό, διδάσκαλο καὶ μαθητή, ἀπασχόλησε καὶ τὸ ζήτημα τοῦ ξεθωριάσματος καὶ τοῦ πλήρους ἀποχρωματισμοῦ. ὁ Θεόφραστος μάλιστα, ποὺ μὲ τὴ διατριβή του Περὶ λίθων ὑπῆρξε καὶ πρῶτος καὶ μεγάλος γεμμολόγος καὶ ἱδρυτὴς τῆς γεμμολογίας, εἶχε πολλὴ πεῖρα καὶ στ̉ ἀνεξίτηλα ἀνόργανα χρώματα τῶν πολυτίμων λίθων, τὰ ὁποῖα δὲν ξεθωριάζουν ὅπως οἱ ὀργανικὲς χρωστικὲς οὐσίες καὶ χρώσεις. καὶ οἱ δυὸ ὅμως δὲν γνωρίζουν τὸ ὀξυγόνο τὴ δρᾶσι του καὶ τὴ βραδεῖα καῦσι τοῦ ἄνθρακος τῶν ὀργανικῶν χρωστικῶν οὐσιῶν ποὺ συντελεῖται μὲ τὴν ἐπίδρασι τοῦ ὀξυγόνου τῆς ἀτμοσφαίρας, μὲ τὴν ὁποία καῦσι γίνεται τὸ ξεθώριασμα τῶν ὀργανικῶν χρωμάτων, καὶ δὲν μποροῦν νὰ ἑρμηνεύσουν τὸ φαινόμενο τῆς διαφορᾶς ἐξιτήλου κι ἀνεξιτήλου χρώματος, οὔτε κἂν ὅτι τὸ κριτήριό της εἶναι ὀργανικὰ καὶ ἀνόργανα χρώματα.....Συνεχίζεται
K. Σιαμάκη Μελέτες 3 (2008)