Από τα πρώτα χρόνια της ίδρυσης της χριστιανικής Εκκλησίας, ακόμη και την περίοδο που ζούσαν οι μαθητές και Απόστολοι του Χριστού, πολλοί προσπάθησαν να νοθεύσουν την αληθινή διδασκαλία και να παρουσιάσουν δικές τους απόψεις ως θεόπνευστες για να παρασύρουν τους πιστούς σύμφωνα με τις ορέξεις και τα προσωπικά τους συμφέροντα. Ο ίδιος ο Απόστολος Παύλος αναφέρει για τις περιπτώσεις αυτές στον μαθητή του Τιμόθεο ( Β’ προς Τιμόθεον επιστολή του, κεφ 3 στίχοι 13-16), δίνοντας του και σχετικές οδηγίες για την αντιμετώπιση του ζητήματος.
[13Πονηροὶ ὅμως ἄνθρωποι καὶ ἀπατεῶνες θὰ προκόψουν εἰς τὸ χειρότερον πλανῶντες καὶ πλανώμενοι.
14 Σὺ ὅμως, μένε εἰς ἐκεῖνα ποὺ ἔμαθες καὶ διὰ τὰ ὁποῖα ἀπέκτησες βεβαιότητα, διότι ξέρεις ἀπὸ ποιὸν τὰ ἔμαθες,
15 καὶ διότι ἀπὸ τῆς βρεφικῆς ἡλικίας ξέρεις τὰ ἱερὰ γράμματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν τὴν δύναμιν νὰ σὲ ὁδηγήσουν εἰς τὴν σοφίαν πρὸς σωτηρίαν διὰ τῆς πίστεως τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ.
16 Κάθε θεόπνευστη γραφὴ εἶναι καὶ ὠφέλιμη πρὸς διδασκαλίαν, πρὸς ἔλεγχον, πρὸς ἐπανόρθωσιν, πρὸς διαπαιδαγώγησιν ἐν δικαιοσύνῃ,]
Και η λύση δεν είναι άλλη από την ίδια την Αγία Γραφή τα ιερά γράμματα όπως αναφέρει. Μια συλλογή κειμένων γραμμένα από συγγραφείς φωτισμένους από το Πνεύμα το Άγιο, με σκοπό να αποκαλύψουν το σχέδιο του Θεού να λάβει ανθρώπινη μορφή για να προσφέρει και να διδάξει στον άνθρωπο τη διέξοδο και το μέσο για τη σωτηρία της ψυχής του. Να ενημερώσουν για γεγονότα που συνέβησαν είτε πριν, κατά, αλλά και μετά την εμφάνιση, τη σταύρωσή και την Ανάσταση του Ιησού Χριστού. Αλλά και να αποκαλύψουν τα όσα πρόκειται να συμβούν στους έσχατους καιρούς λίγο πριν τη συντέλεια του κόσμου. Για να μπορεί να γνωρίζει ο χριστιανός από πρώτο χέρι, την οδό της σωτηρίας του αλλά και να μπορεί να ελέγχει κάθε άλλη διδασκαλία, κήρυγμα ή συμπεριφορά και να απορρίπτει τα κίβδηλα και νόθα, εξασφαλίζοντας και τη διαχρονική αυτάρκεια της χριστιανικής πίστης.
Ήταν συνεπώς και συνεχίζει ακόμη να είναι εξαιρετικά σημαντικό να διασφαλιστεί, τουλάχιστον μέσα στην Ορθόδοξη χριστιανική Εκκλησία, η αυθεντικότητα των κείμενων των βιβλίων της Αγίας Γραφής. Να παραμένουν δηλαδή ανόθευτα και σύμφωνα με το αρχικό κείμενο των χειρόγραφων των θεόπνευστων συγγραφέων της Βίβλου.
Αυτό εξασφαλίστηκε και διασφαλίζεται στους αιώνες με δύο τρόπους. Ο ένας έχει να κάνει με το ξεκαθάρισμα και την καταγραφή των λεγόμενων κανονικών βιβλίων. Των βιβλίων δηλαδή που είχαν θεόπνευστη προέλευση και συντάχθηκαν από ανθρώπους κατ΄ εντολή το Θεού και υπό τη επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος. Ενώ ο δεύτερος, περισσότερο τεχνικός, έχει να κάνει με την παράδοση συντήρηση και διατήρηση της γνησιότητας του κειμένου σε σχέση με το αρχικό αυτόγραφο.
Το σώμα των βιβλίων της Αγίας Γραφής διαχωρίζεται σε δύο μεγάλες συλλογές. Αυτά που αναφέρονται στην ιστορία του εβραϊκού έθνους και ειδικότερα στο σχέδιο του Θεού να διατηρήσει ένα έθνος πιστό για να το χρησιμοποιήσει στο σχέδιο της ενανθρώπισής του. Αλλά και στα όσα προφήτευσαν οι προφήτες για τα μελλούμενα στους εβραίους και για την έλευση του σωτήρα Ιησού Χριστού. Το σώμα των βιβλίων αυτών αποτελεί τη λεγόμενη Παλιά Διαθήκη και σήμερα όπως και στα χρόνια των αποστόλων, χρησιμοποιούμε το μεταφρασμένο στα αρχαία ελληνικά κείμενο όπως προέκυψε από τη μετάφραση του αρχαίου εβραϊκού πρωτοτύπου τον Γ’ π.Χ. (γνωστή και ως μετάφραση των Εβδομήκοντα, του αριθμού δηλαδή των μελών του μεγάλου συνεδρίου των εβραίων που φρόντισε για τη μετάφραση αυτή ). Η δεύτερη συλλογή (Καινή Διαθήκη) αποτελείται από κείμενα που σχετίζονται με την εμφάνιση, δράση και διδασκαλία του Χριστού στα Ιεροσόλυμα και με τα γεγονότα γύρω από την ίδρυσης της Εκκλησίας και την διάδοση της χριστιανικής διδασκαλίας στα παραμεσόγια κράτη. Αξίζει να αναφερθεί εδώ, πως τα 25 από τα 27 βιβλία της Καινής Διαθήκης είναι επιστολές που γράφτηκαν και στάλθηκαν σε συγκεκριμένους αποδέκτες.
Όταν λοιπόν ολοκληρώθηκε και η συγγραφή των κανονικών και θεόπνευστων βιβλίων της Καινής Διαθήκης (περί το 70 μ.χ) οι ηγέτες της Εκκλησίας διέγνωσαν την κατεπίγουσα ανάγκη να συντάξουν καταλόγους βιβλίων (γνωστοί και ως Κανόνες ) με τους οποίους θα απαριθμούσαν και θα έκαναν γνωστά στο ποίμνιο τους μόνο τα βιβλία που παρέλαβαν από τους θεόπνευστους συγγραφείς και θεμελιωτές της Έκκλησίας. Απορρίποντας έτσι κάθε τι άλλο εκτός του Κανόνος. Τέτοια απορριπτέα κείμενα παρέμειναν γνωστά ως απόκρυφα ή ψευδεπίγραφα ή νόθα βιβλία.
Πολλοί κατάλογοι έχουν γραφτεί και διασώζονται μέχρι και σήμερα. Από αυτούς ο αρχαιότερος είναι ο λεγόμενος κατάλογος του Muratori (γραμμένος περί το 2ο μ.Χ. αιώνα) που κατονομάζει τα αποδεκτά βιβλία μόνο της Καινής διαθήκης. Ο κατάλογος αυτός βρέθηκε από τον Muratori το 1740, σε μια συλλογή χειρόγραφων του ογδόου μ.Χ. αιώνος (Κωδιξ ambrosianus) που βρίσκεται σήμερα στην αμβροσιανή βιβλιοθήκη του Μιλάνου. Ενώ ο σημαντικότερους ίσως για το κύρος και τη πληρότητα του (και αυτός που ακολουθεί σήμερα η Ορθόδοξη χριστιανική Εκκλησία) είναι αυτός που συνέταξε ο Μέγας Αθανάσιος τον 4ο μ.Χ. αιώνα, στον οποίο κατέγραψε το σύνολο των κανονικών βιβλίων της Αγίας Γραφής και τον συμπεριέλαβε στην λεγόμενη ΛΘ εορταστική επιστολή του. Στην οποία κατ’ εντολή της Α’ οικουμενικής συνόδου προσδιόριζε την ημερομηνία για τον κοινό εορτασμό του χριστιανικού Πάσχα.
Από την άλλη η αυθεντικότητα του κειμένου και η συμφωνία του με το αρχικό αυτόγραφο, εξασφαλίστηκε από τη πλούσια χειρόγραφη παράδοση. Από ένα δηλαδή τεράστιο πλήθος αρχαίων χειρογράφων της Βίβλου (περί τα 7000) μερικά από τα οποία χρονολογούνται ακόμη από τον πρώτο και δεύτερο μ.Χ. αιώνα. Σώζεται για παράδειγμα χειρόγραφο γραμμένο σε πάπυρο του 2ου μ.Χ αιώνα που περιλαμβάνει όλο το κατά Ιωάννη ευαγγέλιο Τα βρίσκουμε δε σε όλες τις γνωστές μορφές γραφικής ύλης (πάπυρος, περγαμηνή και χαρτί) σε εξαιρετική ποιότητα και διασπαρμένα σε διάφορες σύγχρονες βιβλιοθήκες και μουσεία. Και βέβαια αρκετά από αυτά τα συναντούμε και σε διάφορες άλλες γλώσσες πέρα από της ελληνικής καθώς πολύ γρήγορα η Αγία Γραφή μεταφράστηκε σε άλλες γλώσσες (π.χ λατινικά , συριακά κ.α.).
Με την εμφάνιση της τυπογραφίας και με την δυνατότητα που αυτή έδωσε για έντυπες κριτικές εκδόσεις (δηλαδή εκδόσεις του κειμένου στη σύγχρονη γραφή της αρχαίας ελληνικής, κάνοντας χρήση ενός μεγάλου αριθμού χειρόγραφων) αλλά και με τη χρήση στις μέρες μας των ψηφιακών μέσων, εξασφαλίστηκε πολύ ισχυρά πλέον, η αυθεντικότητα του κειμένου της Αγίας Γραφής .
Φρόντισε συνεπώς η Θεία πρόνοια, με τρόπο εξαιρετικό, να έχει ο κάθε πιστός στη διάθεση του (ακόμη και στην τσέπη του ή ακόμη και στο κινητό του τηλέφωνο) τον γνήσιο Κανόνα, για να μπορεί να γνωρίζει το αληθινό θέλημα του Θεού και να ελέγχει ανθρώπους και διδασκαλίες πόσο σύμφωνοι και ακόλουθοι είναι με το δόγμα της Ορθόδοξης χριστιανικής πίστης. Το μόνο που μένει για κάθε πιστό, είναι να τον μελετά και να τον συμβουλεύτε το δυνατό συχνότερα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου